αναμειγνύω


αναμειγνύω
και ἀναμιγνύω [Α ἀναμειγνύω και ἀναμείγνυμι και ποιητ. ἀμμείγνυμι, μτγν. ἀναμίγνυμι και ἀναμιγνύω] κάνω ανάμιξη, ανακατεύω, ανακατώνω, συγχωνεύω
νεοελλ.
1. μπλέκω κάποιον σε κάποια υπόθεση, τόν μπερδεύω
2. α) μέσ. υπεισέρχομαι σε κάποια υπόθεση, επεμβαίνω, ανακατεύομαι
β) μετέχω, παίρνω μέρος
αρχ.
παθ.
1. ενώνομαι με κάποιον
2. έρχομαι σε επαφή, επικοινωνώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα-* + μείγνυμι.
ΠΑΡ. ανάμικτος, ανάμιξη (-ις)
αρχ.
ἀνάμιγα, ἀνάμιγδα, ἀναμίξ
μσν.
ἀναμικτός μσν.-νεοελλ. ἀναμιγή, ἀναμίγω νεοελλ. ανάμειγμα, αναμεικτήρας και αναμείκτης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναμειγνύω — αναμειγνύω, ανέμειξα (σπάν. ανάμειξα) βλ. πίν. 87 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • ακέραιος — Ολόκληρος, πλήρης, ανέπαφος, σώος· ανόθευτος, άδολος, τίμιος. (Μαθημ.) Α. αριθμός. Οι α. θετικοί ή φυσικοί αριθμοί αποτελούν ένα από τα θεμέλια της μαθηματικής επιστήμης και πρέπει να θεωρούνται προμαθηματικές έννοιες που έχουν αποκτηθεί από… …   Dictionary of Greek

  • αναμίγω — (Μ ἀναμίγω) αναμειγνύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναμιγνύω με μεταπλασμό από τον αορ. ἀνέμιξα κατά το αντίστροφο σχήμα ἤνοιξα ἀνοίγω) …   Dictionary of Greek

  • αναμίκτης — ο [αναμειγνύω] τεχνολ. διάταξη, με την οποία επιτυγχάνεται η ανάμιξη διαφόρων υλικών μίξερ …   Dictionary of Greek

  • αναμίσγω — ἀναμίσγω (Α) ποιητ. και ιων. τ. τού ἀναμιγνύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μίσγω (< *μίκσκω < *μίγ σκω) «αναμειγνύω»] …   Dictionary of Greek

  • αναμιγνύω — βλ. αναμειγνύω …   Dictionary of Greek